Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Τα καλοκαίρια της Generation X. Τα καλοκαίρια τα δικά μου

Καθόμουν χτές βράδυ και με έπιασε μια νοσταλγία για τα βράδια που ήμουν παιδί. Και για τα πρωινά και για τα απογεύματα. Και οχι γιατί θυμήθηκα τα ξέγνοιστα παιδικά μου χρόνια αλλά γιατί ακόμα και οι "μεγάλοι" ζούσαν πιο ωραία.

Θυμήθηκα το "κασάτο" με τις 3 γεύσεις (βανίλια, σοκολάτα, φυστίκι) και το παρφέ και τους πυραύλους, τα καλοκαιρινά σινεμά με το σουβλατζίδικο εφαρμοστά, την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ με την εκπαιδευτική τηλεόραση και τα ρώσικα και πολωνικά παιδικά τις καθημερινές και τον μίκυ μάου τα σαββατοκύριακα.
Μπλέχτηκε στο μυαλό μου η καλοπέραση μου ως παιδιού και η καλοπέραση των μεγάλων που δεν είχαν να σκεφτούν το χρηματιστήριο, την τιμή της βενζίνης, την πιστωτική κάρτα και την αποπληρωμή της. Που ο μπαμπάς ήταν χαμογελαστός γυρνώντας απο την δουλειά του και είχε διάθεση να παίξει μαζί μου.

Θυμήθηκα τα ταβερνάκια που πηγαίναμε όλοι και τρώγαμε ωραία και φτηνά, τα ζαχαροπλαστεία που καθόμασταν οικογενειακώς και τρώγαμε πάστα ή παγωτό οι μεγάλοι και "υποβρύχιο" οι μικροί.

Θυμήθηκα που πέρναγα την παραλιακή τρέχοντας με τον κολλήτο μου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο μπλέ θάλαμο του ΟΤΕ για να κάνει οτι παίρνει τηλέφωνο στο χωριό.

Θυμήθηκα που κανένα απο τα παιχνίδια μας δεν ήθελε μπαταρίες ή ηλεκτρικό ρεύμα. Παίζαμε φιδάκι, μονόπολη, μπάλα, στρατιωτάκια, ποδήλατο ή καπάκια.

Θυμήθηκα που μετράγαμε πόσα παγωτά φάγαμε (και διαχωρίζαμε πόσα κυπελάκια, πόσα ξυλάκια και πόσους πυραύλους) και πόσα μπάνια είχαμε κάνει (χωρίς τα απογευματινά μπάνια αλλά και με αυτά).

Θυμήθηκα που πηγαίναμε στο χωριό και ταίζαμε τις αγελάδες (τις οποίες φοβόμουν φυσικά...). Που πηγαίναμε στην βρύση του χωριού για να φέρουμε νερό για το μεσημεριανό τραπέζι. Που τρώγαμε όλη οι οικογένεια μαζί καθισμένοι σε χαμηλά σκαμπουδάκια την πίτα κατευθείαν απο το ταψί.

Θυμήθηκα που τα βράδια μαζευόμαστε τα παιδιά στον βράχο στην μέση του χωριού και ξαπλώναμε στην ζεστή του επιφάνεια και κοιτάζαμε τα αστέρια.

Θυμήθηκα πόσο περίμενα να περάσει το ΚΤΕΛ απο την πλατεία του χωριού για να μυρίσω το καυσαέριο απο την εξάτμιση του και να νοσταλγήσω την Αθήνα.

Θυμήθηκα πόσο χρόνο είχαν οι γονείς μας για μας. Και πόσο χρόνο είχαμε εμείς για αυτούς.

Θυμήθηκα πόσες φορές έφαγα τα μούτρα μου, τα πόδια μου, τα χέρια μου και τα ξέπλενα με νερό μέχρι να σταματήσει το αίμα και συνέχιζα το παιχνίδι. Και αν ήταν σοβαρό το μερκουροχρώμ με το βαμβάκι.

Θυμήθηκα που το αυτοκίνητο που είχαμε το αγαπούσαμε όλοι στην οικογένεια γιατί ήταν το πρώτο και μοναδικό. Που ο μπαμπάς το έπλενε κάθε Κυριακή και που η μαμά είχε κεντίσει στα κρυφά σεμεδάκια για τον χώρο πίσω απο το πίσω παρμπρίζ και που ο μπαμπάς με τίποτα δεν την άφηνε να τα βάλει.

Θυμήθηκα που τα σουβλάκια ήταν μόνο από νόστιμο χοιρινό κρέας και δεν υπήρχαν ούτε "γύροι", ούτε "σώς".

Πόσο θα ήθελα να ήμουν "μεγάλος" σε εκείνες τις μακρινές εποχές. Ξέρετε... το 1980...

Δεν υπάρχουν σχόλια: